ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΜΙΛΩ Ε.Ε. ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΧΟΣ ΓΙΑ VOUCHER ΠΡΩΙΜΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ


"ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΙΜΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 0 - 6 ΧΡΟΝΩΝ"

Το πρόγραμμα αφορά παιδιά ηλικίας 0-6 ετών με κάθε είδους κινητική, νοητική, αισθητηριακή, εκ γενετής ή επίκτητη, ακολουθούμενη ή μη από δευτερογενείς παθήσεις και διαταραχές & αναπτυξιακές διαταραχές

Η εταιρεία Εργομιλώ Ε.Ε. είναι πάροχος για το voucher

Πληροφορίες στο eetaa.gr

Ο χώρος μας είναι 320 τ.μ. και μπορείτε να περιηγηθείτε μέσω του site μας με virtual ξενάγηση.

Διαθέτουμε σχολικό λεωφορείο για τη μεταφορά των παιδιών

Καλέστε μας τώρα στο 210 9420230 ή στείλτε email στο ergomilw@hotmail.com
Ενημερωτικά Άρθρα


"Η Επίδραση της Πολύωρης Ενασχόλησης των Εφήβων με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και τις Ψηφιακές Τεχνολογίες στις Γνωστικές Λειτουργίες και τη Σχολική Απόδοση"

Εισαγωγή

Οι έφηβοι σήμερα εκτίθενται σε πρωτοφανή επίπεδα χρήσης ψηφιακών τεχνολογιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media). Αυτές οι πλατφόρμες, όπως το Instagram, το TikTok και το Snapchat, έχουν γίνει βασικά στοιχεία της καθημερινότητάς τους, προσφέροντας σε εκείνους τρόπους κοινωνικοποίησης, ενημέρωσης και διασκέδασης. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της παρατεταμένης χρήσης αυτών των τεχνολογιών στις γνωστικές λειτουργίες, την ψυχολογική ευημερία και τη σχολική απόδοση αποτελούν σημαντικό πεδίο μελέτης και ανησυχίας.

Γνωστικές Λειτουργίες και Επιπτώσεις

Οι γνωστικές λειτουργίες αφορούν στις διανοητικές διαδικασίες, όπως η προσοχή, η μνήμη και η επίλυση προβλημάτων (Sternberg & Sternberg, 2016). Η συνεχής χρήση των social media από τους εφήβους επηρεάζει την ικανότητά τους να διατηρούν τη συγκέντρωσή τους και να επεξεργάζονται σύνθετες πληροφορίες. Η διαρκής εναλλαγή προσοχής μεταξύ εφαρμογών και ειδοποιήσεων μειώνει τη διάρκεια προσοχής και την ικανότητα να εστιάζουν σε μια συγκεκριμένη εργασία (Rideout, 2022). Επιπλέον, η μνήμη εργασίας επηρεάζεται αρνητικά λόγω της υπερβολικής διέγερσης και των συχνών διακοπών από ειδοποιήσεις (Wartella et al., 2020).

Νευρολογικές και Αναπτυξιακές Επιπτώσεις

Μελέτες στον τομέα της νευροεπιστήμης δείχνουν ότι η υπερβολική χρήση των social media μπορεί να επηρεάσει τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, η συνεχής χρήση συνδέεται με αλλαγές στον προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εκτελεστική λειτουργία {Αναφέρεται σε σύνολο γνωστικών διεργασιών που εμπλέκονται στον προγραμματισμό, την οργάνωση και την εκτέλεση στόχων και ενεργειών. Αυτές οι διεργασίες περιλαμβάνουν την προσοχή, την αναστολή των ακατάλληλων αντιδράσεων, τη λήψη αποφάσεων, τη διαχείριση του χρόνου και τη λύση προβλημάτων. Η εκτελεστική λειτουργία συνδέεται με τον προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος θεωρείται το κέντρο αυτών των ικανοτήτων στον εγκέφαλο. Οι εκτελεστικές λειτουργίες είναι κρίσιμες για την καθημερινή ζωή και τη λήψη αποφάσεων, και επηρεάζονται από διάφορους παράγοντες, όπως η ηλικία, οι ψυχικές διαταραχές (π.χ., ΔΕΠ-Υ, σχιζοφρένεια) και εγκεφαλικές βλάβες (Goldstein & Naglieri, 2014)} και τον έλεγχο των παρορμήσεων (Casey, Jones, & Hare, 2008). Αυτές οι αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα των εφήβων να λαμβάνουν αποφάσεις και να διαχειρίζονται τον χρόνο τους αποτελεσματικά (Luna et al., 2015).

Επιδράσεις στη Σχολική Απόδοση

Η σχολική επίδοση των εφήβων επηρεάζεται από τον τρόπο που κατανέμουν τον χρόνο τους μεταξύ μελέτης και χρήσης ψηφιακών συσκευών. Έρευνες υποδεικνύουν ότι οι μαθητές που χρησιμοποιούν τα social media για περισσότερες από δύο ώρες ημερησίως εμφανίζουν μειωμένες σχολικές επιδόσεις και χαμηλότερες βαθμολογίες σε εξετάσεις (Anderson & Jiang, 2018). Η αποσπασματική προσοχή και η έλλειψη σταθερής εστίασης επηρεάζουν αρνητικά την κατανόηση και την αφομοίωση πληροφοριών, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας της μάθησης.

Παράλληλα, η χρήση ψηφιακών τεχνολογιών κατά τη διάρκεια της μελέτης είναι πιθανό να προκαλέσει διασπάσεις και διακοπές, μειώνοντας έτσι την απόδοση στην ανάγνωση και την κατανόηση κειμένων (Junco, 2012). Η συχνή παρακολούθηση ειδοποιήσεων και η εναλλαγή μεταξύ εφαρμογών συνδέονται με τη μείωση της ικανότητας για εκτεταμένη συγκέντρωση.

Ψυχολογικές Επιπτώσεις

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της παρατεταμένης χρήσης είναι εξίσου ανησυχητικές. Οι έφηβοι συχνά συγκρίνουν τις ζωές τους με αυτές που προβάλλονται διαδικτυακά, δημιουργώντας αισθήματα κατωτερότητας και μειωμένης αυτοεκτίμησης (Twenge, 2019). Οι διαρκείς ειδοποιήσεις και η ανάγκη για συνεχή επαφή με το διαδίκτυο μπορούν να προκαλέσουν αυξημένα επίπεδα άγχους, καθώς και δυσκολία στη ρύθμιση του ύπνου (LeBourgeois et al., 2017).

Η εξάρτηση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει επίσης συνδεθεί με την αύξηση των επιπέδων στρες και κατάθλιψης στους εφήβους (Keles, McCrae, & Grealish, 2020). Διαπιστώνεται εύκολα, λοιπόν, πως οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική ανθεκτικότητα και την ικανότητα αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων στην καθημερινή ζωή.

Κοινωνική Συμπεριφορά και Αλληλεπίδραση

Η πολύωρη ενασχόληση με τα ψηφιακά μέσα μπορεί να περιορίσει, μεταξύ άλλων, και την προσωπική αλληλεπίδραση, όπως και την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων. Η χρήση των social media ως κύριου μέσου επικοινωνίας ενδέχεται να οδηγήσει σε έλλειψη ενσυναίσθησης και μειωμένες δεξιότητες για πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία (Turkle, 2015). Παράλληλα, η ηλεκτρονική παρενόχληση (cyberbullying) θεωρείται μια σοβαρή συνέπεια που μπορεί να επηρεάσει την ψυχολογία και τη συμπεριφορά των εφήβων (Patchin & Hinduja, 2010).

Προτάσεις και Στρατηγικές

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση της χρήσης ψηφιακών τεχνολογιών από τους εφήβους. Η θέσπιση χρονικών ορίων, η παρακολούθηση της χρήσης και η προώθηση δραστηριοτήτων χωρίς οθόνες μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση μιας υγιούς ισορροπίας. Επιπλέον, η προώθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την ανάπτυξη της ψηφιακής παιδείας μπορεί να ενισχύσει την υπεύθυνη χρήση των τεχνολογιών.

Επίσης, οι έφηβοι θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναπτύξουν κριτική σκέψη για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και να δημιουργούν υγιείς συνήθειες ύπνου και δραστηριότητας.

Συμπεράσματα

Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης -για περισσότερο από το φυσιολογικό κατά μέσο όρο χρόνο- από τους εφήβους έχει άμεσες συνέπειες στις γνωστικές λειτουργίες, τη σχολική απόδοση και την ψυχολογική τους ευημερία. Οι επιπτώσεις αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη για εκπαίδευση στην ορθή χρήση των τεχνολογιών και για στρατηγικές που θα στηρίξουν την υγιή ανάπτυξη και τη γενικότερη ευημερία των νέων.

Βιβλιογραφία

Anderson, M., & Jiang, J. (2018). Teens, social media & technology 2018. Pew Research Center.

Casey, B. J., Jones, R. M., & Hare, T. A. (2008). The adolescent brain. Annals of the New York Academy of Sciences, 1124, 111-126. https://doi.org/10.1196/annals.1440.010

Goldstein, S., & Naglieri, J. A. (2014). Handbook of executive functioning. Springer.

Junco, R. (2012). The relationship between frequency of Facebook use, participation in Facebook activities, and student engagement. Computers & Education, 58(1), 162-171. https://doi.org/10.1016/j.compedu.2011.08.004

Keles, B., McCrae, N., & Grealish, A. (2020). The effects of social media on the mental health of children and adolescents. International Journal of Adolescence and Youth, 25(1), 79-93. https://doi.org/10.1080/02673843.2019.1590851

LeBourgeois, M. K., et al. (2017). Digital media and sleep in childhood and adolescence. Pediatrics, 140(6), e20171482. https://doi.org/10.1542/peds.2017-1482

Luna, B., Padmanabhan, A., & O'Hearn, K. (2015). What has fMRI told us about the development of cognitive control through adolescence?. Brain and Cognition, 89, 62-73. https://doi.org/10.1016/j.bandc.2014.08.005

Patchin, J. W., & Hinduja, S. (2010). Bullying, cyberbullying, and suicide. Archives of Suicide Research, 14(3), 206-221. https://doi.org/10.1080/13811118.2010.494133

Rideout, V. (2022). The Common Sense Census: Media use by tweens and teens. Common Sense Media.

Sternberg, R. J., & Sternberg, K. (2016). Cognitive psychology (7th ed.). Cengage Learning.

Turkle, S. (2015). Reclaiming conversation: The power of talk in a digital age. Penguin Press.

Twenge, J. M. (2019). iGen: Why today’s super-connected kids are growing up less rebellious, more tolerant, less happy—and completely unprepared for adulthood—and what that means for the rest of us. Atria Books.

Wartella, E., Rideout, V., Zupancic, H., & Lauricella, A. (2020). The influence of screen media on the developing child. The Future of Children, 30(1), 1-18. https://doi.org/10.1353/foc.2020.0001

Το άρθρο επιμελήθηκε η Κα Αριστέα-Ελένη Γκοτσοπούλου, Φιλόλογος, Ειδική Παιδαγωγός˙ MSc Σχολική Ψυχολογία, ΕΚΠΑ˙ MSc Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, ΠΑΔΑ˙ Υποψήφια Διδάκτωρ του τμήματος Ψυχολογίας, ΕΚΠΑ˙ , συνεργάτιδα του "Εργομιλω".
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΗΜΕΡΙΔΑ
Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουμε τη δωρεάν ημερίδα που διοργανώνει το κέντρο ειδικών θεραπειών "Εργομιλω" υπό την ευγενική παραχώρηση του Δήμου Μοσχάτου -Ταύρου στο αμφιθέατρο "Τεμπονέρας".

Εισηγητές της ημερίδας αυτής θα είναι (αλφαβητικά):
1) Κος Αρβανίτης Δημήτρης-εργοθεραπευτής
2) Κα Ξηρού Παναγιώτα- εργοθεραπεύτρια, Bsc, Msc
3) Κος Πάλλης Ευστράτιος -παιδοψυχίατρος
4) Κα Δρ Τζίτζικα Μόιρα- μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Την ημερίδα μπορούν να την παρακολουθήσουν γονείς, φροντιστές/θεραπευτές & εκπαιδευτικοί.

Για δήλωση συμμετοχής μπορείτε να καλείτε στο 210 9420230 (Δευτέρα-Παρασκευή 14:00-20:00) ή στέλνοντας μήνυμα στη σελίδα μας στο facebook με τα στοιχεία σας ή μέσω email στο ergomilw@hotmail.com.
Θα δοθεί βεβαίωση παρακολούθησης (θα πρέπει να το επικοινωνήσετε όταν κάνετε κράτηση θέσης).

Ενημερωτικά Άρθρα

Τα οφέλη της Εργοθεραπείας

Σύμφωνα με τον Αμερικάνικο Σύλλογο Εργοθεραπείας (AOTA, 2021), η Εργοθεραπεία είναι η επιστήμη που σκοπό έχει να ενισχύσει τα έργα, τις δεξιότητες, τις Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής (ΔΚΖ) και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Δεν περιορίζεται σε άτομα που έχουν κάποια διάγνωση (ψυχιατρικής, αναπτυξιακής ή νευρολογικής φύσεως), αναπηρία (κινητική), σύνδρομο (down, νοητική υστέρηση κ.λπ.) ή συνοσηρότητα, αναφέρεται σε όλους εκείνους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην καθημερινότητα και τη λειτουργικότητά τους. Μέσω της Εργοθεραπείας μπορούν να βοηθηθούν παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αισθητηριακή ρύθμιση, διάκριση και επεξεργασία, την οργάνωση, την συμπεριφορά, την πράξη, τη συγκέντρωση, τη μνήμη, την κινητικότητα (αδρή και λεπτή), την οπτική αντίληψη, τις γραφοκινητικές δεξιότητες, τον οπτικοκινητικό συντονισμό, τις γνωστικές δεξιότητες, τις κοινωνικές δεξιότητες, καθώς και τις ΔΚΖ.

Σε παιδιά με αισθητηριακές δυσκολίες η Εργοθεραπεία ακολουθεί τη μέθοδο της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης και Πολυαισθητηριακής Παρέμβασης, δίνοντας τα ερεθίσματα δομημένα και με διαβάθμιση ανάλογα με το Αισθητηριακό Προφίλ του κάθε παιδιού. Η παρέμβαση Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης βοηθάει τα παιδιά έτσι ώστε να επεξεργάζονται και να διακρίνουν σωστά τα ερεθίσματα στο κάθε αισθητηριακό σύστημα. Μέσω της ρύθμισης και κρατώντας ένα ομαλό επίπεδο διέγερσης το παιδί παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα στη συμπεριφορά, την οργάνωση, την πράξη, τη συγκέντρωση, τη μνήμη όπως επίσης και τις δεξιότητες μάθησης.

Παιδιά με δυσκολίες αδρής και λεπτής κινητικότητας παρουσιάζουν ελλείμματα στη διατήρηση της ισορροπίας τους, τη στάση σώματος, τη βάδιση, το χειρισμό αντικειμένων που απαιτούν επιδεξιότητα αντίστοιχα. Γι’ αυτό παρεμβαίνει η Εργοθεραπεία με κινητικές δραστηριότητες ενδυνάμωσης κορμού, κεφαλής, χεριών και ποδιών, όπως διαδρομές εμποδίων, ενισχύοντας την ενεργητική συμμετοχή του παιδιού και την ενεργοποίηση των μυών του σώματος. Χρήση αντικειμένων και παιχνιδιών που απαιτούν λεπτούς χειρισμούς,
όπως τσιμπίδες, μανταλάκια, πλαστελίνη, ενσφηνώματα, τουβλάκια, ψαλίδι κ.λπ., ενισχύουν το χειρισμό γραφικών εργαλείων στην μετέπειτα ακαδημαϊκή μόρφωση.

Η οπτική αντίληψη αφορά το τρισδιάστατο και το δισδιάστατο περιβάλλον. Χωρίζεται σε:

🟦 διάκριση εικόνας-φόντο: η ικανότητα ενός ατόμου να αντιλαμβάνεται οπτικά μια μορφή και να την εντοπίζει σε ένα πολύπλοκο φόντο. Πρόκειται για την ικανότητα διάκρισης ενός αντικείμενου από άσχετες γενικές πληροφορίες.

🟩 οπτική διάκριση: η ικανότητα αναγνώρισης όμοιων και διαφορετικών σχημάτων/μορφών, χρωμάτων και θέσης αντικειμένων, ανθρώπων και έντυπου υλικού.

🟧 οπτική ακολουθία: η ικανότητα το άτομο να ακολουθεί αντικείμενα στο χώρο ή να εκτελεί διαδρομές στο χαρτί μόνο με τα μάτια, με σκοπό να βρει πού ολοκληρώνεται η διαδρομή ενός αντικειμένου

🟪οπτικό κλείσιμο: η ικανότητα αναγνώρισης μορφών, εικόνων ή αντικειμένων, τα οποία τους λείπουν στοιχεία ή παρουσιάζονται ελλιπή. Η ικανότητα αυτή επιτρέπει στο άτομο να αναγνωρίσει άμεσα ένα ημιτελές αντικείμενο με τη νοητική συμπλήρωση της εικόνας.

⬜️ σταθερότητα φόρμας: η ικανότητα αναγνώρισης πως μια φόρμα ή ένα σχήμα είναι όμοια, ακόμα και αν έχουν περιστραφεί, αν είναι μικρότερα/μεγαλύτερα, ή παρατηρούνται από κοντά ή μακριά.

🟦 χωρικές σχέσεις: η ικανότητα αντίληψης της θέσης δύο ή περισσότερων αντικειμένων και της σχέσης μεταξύ τους.

🟩 οπτική μνήμη: η ικανότητα ανάκλησης αντικειμένων ή εικόνων.

Οι γραφοκινητικές δεξιότητες αναπτύσσονται από προνηπιακή ηλικία των 4 ετών. Ένα παιδί ηλικίας 5 ετών είναι ικανό να απεικονίζει απλές μορφές ανθρώπου, σπιτιού, δέντρου, να αντιγράφει απλές γραμμές (κάθετες, οριζόντιες, διαγώνιες δεξιά/αριστερή), απλά σχήματα (σταυρό, Χ, κύκλο, σπείρα (σαλιγκάρι), τετράγωνο και τρίγωνο). Μετά τα Χριστούγεννα παιδί ηλικίας 5 ετών αντιγράφει πιο περίπλοκα σχήματα (ρόμβος, παραλληλόγραμμο κ.λπ.),
καθώς επίσης και γράμματα, αριθμούς. Από την ηλικία των 6 ετών και έπειτα το παιδί είναι ικανό να αντιγράφει απλές λέξεις και προτάσεις. Δυσκολίες στο γραφοκινητικό συντονισμό συνυπάρχουν με δυσκολίες οπτικοκινητικού συτνονισμού, αμφίπλευρης οργάνωσης και οπτικοχωρικών σχέσεων. Σκοπός της Εργοθεραπείας είναι να ενισχύσει τα παραπάνω, προσαρμόζοντας και διαβαθμίζοντας τα υλικά και τα επίπεδα που θα χρησιμοποιεί, έτσι ώστε να φτάσει στον τελικό στόχο που είναι η γραφή σε χαρτί Α4.

i. γραφή σε τοίχο (ελεύθερη γραφή)
ii. περιορισμένος τοίχος (μεγάλο χαρτί)
iii. έδαφος
iv. περιορισμένο έδαφος (μεγάλο χαρτί)
v. επικλινές τραπέζι ή επιφάνεια (πίνακας)
vi. τραπέζι και καρέκλα (Α1, Α2, Α3, Α4)

Ο οπτικοκινητικός συντονισμός αφορά το συντονισμό κινήσεων ματιού-χεριού και ματιού-ποδιού, τον προσανατολισμό στο χώρο, την οργάνωση χώρου και τη συνεχόμενη κίνηση σε γραφοκινητικές ασκήσεις με πέρασμα μέσης γραμμής. Παιδιά που υπολείπονται σε αυτές τις δεξιότητες χρειάζονται παρέμβαση μέσω κινητικών δραστηριοτήτων, ακολουθίας και διαδοχής κινήσεων, ένα χώρο περιορισμένο (π.χ. γωνία με οριοθετημένο χώρο από μεγάλα κομμάτια πάζλ, κουλούρα κ.λπ.), έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχουν, να συντονίζουν τις κινήσεις τους και να διατηρούν τα μέρη των επιτραπέζιων παιχνιδιών εντός του ορίου, ώστε να μην είναι σκορπισμένα σε όλη την αίθουσα.

Οι γνωστικές δεξιότητες επηρεάζουν την επίδοση των παιδιών στο σχολείο και σε άλλα πλαίσια και περιβάλλοντα. Οι Εργοθεραπευτές βοηθούν τα παιδιά σε χρονικές (ημέρες της εβδομάδας, μέρη ημέρας (πρωί-μεσημέρι-απόγευμα-βράδυ), εποχές, μήνες, ώρα), χωρικές (πάνω-κάτω, μπροστά-πίσω, δίπλα από, ανάμεσα, πριν από-μετά από, μέσα-έξω), μαθηματικές (περισσότερα-λιγότερα, μεγαλύτερα-μικρότερα, όλα) και μαθησιακές (σύμβολα, αριθμοί, γράμματα, χρώματα, σχήματα, μέτρημα αντικειμένων) έννοιες.
Οι κοινωνικές δεξιότητες εξασκούνται με ομαδικές συνεδρίες παιδιών. Δουλεύονται η ακολουθία κανόνων αίθουσας, παραμονή στο χώρο εκτέλεσης των δραστηριοτήτων, έναρξη-διατήρηση και ολοκλήρωση δραστηριοτήτων με το μάζεμα των παιχνιδιών, εναλλαγή σειράς, συνεργατικότητα με σκοπό τη νίκη σαν ομάδα, αλληλοβοήθεια καθώς και το μοίρασμα των παιχνιδιών μεταξύ τους.

Οι Εργοθεραπευτές σε συνεργασία με τους γονείς βοηθούν στην αυτοεξυπηρέτηση των παιδιών σε Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής όπως:

· απόδυση

· υπόδυση

· ένδυση

· τουαλέτα

· υγιεινή

· σίτιση


Το άρθρο επιμελήθηκε η Κα Ευαγγελία Μακρίδη, εργοθεραπεύτρια/ συνεργάτιδα του «Εργομιλώ»
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟΜΙΛΩ

ΝΕΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ

ΝΕΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ

ΝΕΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ

Online συνεδρίες συμβουλευτικής γονέων για όσους γονείς κατοικούν εκτός Αττικής ή δεν είναι εφικτή η παρακολούθηση συνεδριών δια ζώσης στο χώρο μας.

Οι συνεδρίες αυτές θα αφορούν είτε δυσκολίες ως προς τη σχέση με το παιδί τους είτε προβληματισμούς που ενδεχομένως έχουν οι γονείς ως προς την αντιμετώπιση του παιδιού (ή ως προς τη συμπεριφορά του παιδιού),θα πραγματοποιούνται διαδικτυακά μέσω zoom κατά κύριο λόγο και θα έχουν διάρκεια 45' καθεμία.

Το πρώτο ραντεβού της λήψης ιστορικού είναι δωρεάν και κατόπιν ο εκάστοτε ψυχολόγος θα σας κατευθύνει με τι συχνότητα θα είναι οι συναντήσεις σας.

Για πληροφορίες μπορείτε να καλείτε στο 210 9420230

ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ
ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ 2024-2025

Χώρος διεξαγωγής: "Εργομιλώ", Μιαούλη 52, Μοσχάτο , 1ος όροφος
Ενημερωτικά Άρθρα

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΚΑΙ ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Παιχνίδι ονομάζεται οποιαδήποτε δραστηριότητα επιλέγει ελεύθερα και αυθόρμητα το παιδί, η οποία του παρέχει ικανοποίηση και ευχαρίστηση. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά μαθαίνουν και ανακαλύπτουν το σώμα τους, τους άλλους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους και το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Αποτελεί την κυριότερη και πιο σημαντική ασχολία του παιδιού από την βρεφική ηλικία και είναι από τη φύση του η κυριότερη πηγή μάθησης. Υπάρχουν δυο κατηγορίες παιχνιδιού, το δομημένο και το ελεύθερο. Ελεύθερο παιχνίδι είναι το παιχνίδι, στο οποίο το παιδί έχει το δικαίωμα να επιλέξει τι είδους παιχνίδι θα παίξει, ποιοι θα είναι οι συμπαίκτες, πόσοι θα είναι οι συμπαίκτες του, με ποια αντικείμενα θα παίξει και τη διάρκεια που θα κρατήσει το παιχνίδι του. Δομημένο παιχνίδι είναι το παιχνίδι, το οποίο είναι στοχευόμενο. Έχει ως στόχο, να συνδέσει προηγούμενες εμπειρίες των παιδιών και να εμβαθύνει τη σκέψη και την κατανόησή τους σε διάφορα θέματα. Τα είδη του παιχνιδιού στην πορεία ανάπτυξης του παιδιού είναι τα εξής:

1. Αισθητηριακό /Εξερευνητικό παιχνίδι (0-2,5 ετών): Τα παιδιά από την γέννηση τους εξερευνούν το περιβάλλον γύρω τους και αντλούν ερεθίσματα από αυτό (αγγίζουν, πιπιλούν, πετούν, χτυπούν αντικείμενα). Αυτό που χαρακτηρίζει το στάδιο αυτό του παιχνιδιού είναι η συνεχής επανάληψη των ενεργειών (π.χ. πετώ επαναλαμβανόμενα ένα μπαλάκι).

2. Κατασκευαστικό Παιχνίδι (2,5 ετών και άνω): Το παιδί κατασκευάζει ή δημιουργεί κάτι χρησιμοποιώντας αντικείμενα π.χ. τουβλάκια, lego, puzzle κ.α.

3. Παιχνίδι δραματοποίησης - μοναχική μίμηση (3-8 ετών): Αρκετά παιδιά παίζουν παιχνίδια φαντασίας επινοώντας σενάρια και ρόλους μόνα τους. Χρησιμοποιούν αντικείμενα όπως φιγούρες lego, κούκλες, αυτοκίνητα, κουζινικά κ.ά. για να δημιουργήσουν μια ιστορία φαντασίας. Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν οι ιστορίες τους εμπλουτίζονται ακόμη περισσότερο.

4. Λειτουργικό / Αισθησιοκινητικό παιχνίδι (3-8 ετών): Αυτό το είδος παιχνιδιού ξεκινά από τη βρεφική ηλικία όταν τα βρέφη καταλάβουν ότι μπορούν να κάνουν τα αντικείμενα να κινηθούν (π.χ. όταν κυλούν μια μπάλα ή όταν κουνάνε μια κουδουνίστρα). Είναι ένα έντονο σωματικό παιχνίδι και βοηθά στην ανάπτυξη των κινητικών δεξιότητων (συντονισμος, ισορροπία)

5. Συμβολικό παιχνίδι (3 ετών και άνω): Το παιδί χρησιμοποιεί αντικείμενα για να αναπαραστήσει πράξεις της καθημερινότητας όπως το μαγείρεμα, δουλειές του σπιτιού, κηπουρική κ.α. Αν στο παιχνίδι αυτό εμπλακούν 2 ή περισσότερα παιδιά τότε το παιχνίδι λέγεται κοινωνικό - δραματικό.

6. Παιχνίδι με κανόνες / Συνεργατικό παιχνίδι (5 ετών και άνω): Τα παιδιά γίνονται μέρος μιας κοινωνικής ομάδας και παίζουν με άλλα παιδιά. Τα παιχνίδια αυτά έχουν συγκεκριμένους και προκαθορισμένους κανόνες. Τέτοια παιχνίδια είναι τα επιτραπέζια, τα παιχνίδια με τράπουλα κ.α. Μέσα από τέτοιου είδους παιχνίδια τα παιδιά αντιλαμβάνονται τους ρόλους και τις ευθύνες τους καθώς και μοιράζονται τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους.

7. Παιχνίδι με επινοημένους κανόνες (5-8 ετών): Τα παιδιά επινοούν δικά τους παιχνίδια με δικούς τους κανόνες που τους διαμορφώνουν ανάλογα με την κοινωνική ομάδα που ανήκουν και παίζουν μαζί. Με βάση την αλληλεπίδραση του παιδιού στο παιχνίδι τα είδη του παιχνιδιού είναι:

🟦 Μοναχικό παιχνίδι: Το παιδί παίζει µόνο του. Συνηθίζεται περισσότερο σε ηλικία 2-3 ετών.

🟩 Παιχνίδι παρατήρησης: Το παιδί παρακολουθεί τους άλλους να παίζουν χωρίς να συµµετέχει.

🟧 Παράλληλο παιχνίδι: Το παιδί παίζει δίπλα δίπλα µε ένα άλλο παιδί, συχνά µε ίδιο/ παρόμοιο παιχνίδι, αλλά χωρίς να υπάρχει αλληλεπίδραση. Παρατηρείται σε παιδία ηλικίας 3 ετών.

🟪 Συσχετιστικό παιχνίδι: Τα παιδιά αρχίζουν να παίζουν µαζί, αλληλεπιδρώντας το ένα µε το άλλο, εµπλεκόµενα στις ίδιες δραστηριότητες, παίζοντας τα ίδια παιχνίδια ή µιµούµενα το ένα το άλλο.

⬜️ Συνεργατικό παιχνίδι: Τα παιδιά αλληλεπιδρούν το ένα µε το άλλο, δρουν εκ περιτροπής, µοιράζονται και αποφασίζουν τι θα παίξουν. Συνεργάζονται, αναπτύσσουν και διαπραγµατεύονται ιδέες.

Το παιχνίδι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους Εργοθεραπευτές με 3 τρόπους. Κατά την αξιολόγηση, στη θεραπεία αλλά και ως μέρος της στοχοθεσίας της θεραπείας. Κατά την αξιολόγηση ο Εργοθεραπευτής μπορεί μέσω του παιχνιδιού να εκτιμήσει την λειτουργικότητα και των δεξιοτήτων που διαθέτει το παιδί. Επίσης ως μέσο θεραπείας χρησιμοποιείται για την ενίσχυση των δεξιοτήτων του παιδιού όπως οι κινητικές δεξιότητες, οι γνωστικές, οι αντιληπτικές κ.α. Τέλος ως μέρος της στοχοθεσίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθώς ο θεραπευτής βοηθάει το παιδί να συμετέχει με επιτυχία στην διαδικασία του παιχνιδιού και έτσι οι Εργοθεραπευτές μαθαίνουν στο παιδί να παίζει.

Η συμβολή των παιχνιδιών στην ενίσχυση των δεξιοτήτων είναι υψίστης σημασίας. Η επιστήμη της εργοθεραπείας χρησιμοποιεί ως κύριο μέσο θεραπείας το παιχνίδι. Βασικός ρόλος του θεραπευτή είναι να προσαρμόσει ή να τροποποιήσει το περιβάλλον ώστε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για παιχνίδι και να προσαρμόσει τα παιχνίδια ώστε να μπορεί κάθε παιδί να τα χρησιμοποιεί. Κατά τη θεραπευτική παρέμβαση το παιχνίδι πολλές φορές αποτελεί όχι μόνο το μέσο αλλά και το στόχο της θεραπείας.

Το κείμενο επιμελήθηκε η Κα Τριγώνη Φωτεινή, εργοθεραπεύτρια S.I.,συνεργάτιδα του "Εργομιλω".

Τελειοθηρία ή χαμηλή αυτοεκτίμηση

Oρισμός

Σύμφωνα με τον William James, η αυτοεκτίμηση είναι η διάσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον ιδανικό και αντιληπτό εαυτό. Κατά αυτή την έννοια, η αυτοεκτίμηση ορίζεται ως ένα κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι οι αξιώσεις του κάθε ατόμου και ο παρονομαστής η υποκειμενική επιτυχία του καθενός. Αντίθετα κατά τον Rosenberg ο όρος αυτοεκτίμηση σχετίζεται περισσότερο με τις έννοιες της αυτοαξιολόγησης και αυτοαντίληψης και αποτελεί την προσωπική αξία που ο καθένας προσδίδει στον εαυτό του. Σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα , η αυτοεκτίμηση ως παράγοντας πρόβλεψης σχετίζεται με καλύτερη ποιότητα ζωής και αίσθημα επάρκειας, βελτίωση ψυχοσυναισθηματικών διαταραχών και μείωση επιπέδων άγχους.

Παιδική ηλικία

Σε ένα παιδί με χαμηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης, από την παιδική ηλικία μπορεί να του προσδίδονται οι χαρακτηρισμοί του χαμηλών τόνων, εγκρατή, συνεργάσιμου, σεμνού και διαλλακτικού. Αν και αυτά τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζονται πιο αποδεκτά και συμπαθητικά σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, εν τούτοις εκφράζεται μια εσωτερική τους ανάγκη για αποδοχή και επιβεβαίωση σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εγκράτεια και η σεμνοτυφία μπορεί να μην συνδέονται απαραίτητα ως χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους, αλλά να έρχονται ως μηχανιστική απάντηση απέναντι στην επικριτική στάση για τον εαυτό και τις δεξιότητες του. Με ένα τρόπο, συμπεριφορικά το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση, μαθαίνει από μικρή ηλικία ότι αν δεν εκφράζει τα όρια και τις επιδιώξεις του, θα γίνει πιο αρεστός από τον υπόλοιπο κόσμο, διαιωνίζοντας έτσι ένα φαύλο κύκλο αισθήματος αναξιότητας.

Σύμφωνα με έρευνες, τα παιδιά συνδέουν τη σχολική επίδοση με την αυτοεκτίμηση και μπορεί να τη γενικεύσουν και σε άλλες πτυχές της ζωής τους. Η τελειομανία με σκοπό τη βέλτιστη απόδοση σε σχολικές επιδόσεις μπορεί να καλλιεργήσει μια έντονα αρνητική αυτοκριτική, όπου το παιδί μπορεί να συνδέσει την προσπάθεια για υψηλή απόδοση με την αξία του ως άτομο.

Αντίθετα αυξημένα επίπεδα αυτοεκτίμησης, εκφράζουν αίσθημα επάρκειας για τον εαυτό, αποφασιστικότητας, κοινωνικότητας και γενικά θετικής αυτοαξιολόγησης. Ωστόσο, η υπέρμετρη διόγκωση αυτών των στοιχείων μπορεί να επιφέρει αλαζονεία, άκαμπτες πεποιθήσεις, υπέρμετρο εγωκεντρισμό και μεγαλοπρέπεια σχετικά με τον εαυτό, με αντικοινωνική συμπεριφορά και μειωμένες διαπροσωπικές σχέσεις.

Σαν επιπτώσεις στην ενήλικη ζωή, κάποιος που αισθάνεται ανασφαλής στο να λάβει δράση απέναντί στις καταστάσεις της ζωής του, πιστεύει ότι θα κάνει πολλά λάθη ή ότι δεν θα τα καταφέρει, ενδέχεται να γίνει αναβλητικός σε μια προσπάθεια έστω και προσωρινά να αποφύγει καταστάσεις που του προκαλούν άγχος και δυσκολία. Αυτό διότι έχει αναφερθεί, πως η αυτοεκτίμηση σχετίζεται με το αίσθημα του φόβου που βιώνει ένα άτομο όταν πρόκειται να αξιολογηθεί αρνητικά από πρόσωπα που τα θεωρεί σημαντικά και αυτό του πυροδοτεί φόβο. Τέτοιου είδους πεποιθήσεις μπορεί να προκαλέσουν αντίρροπες ψυχολογικά δυνάμεις, οι οποίες θα ωθήσουν ένα άτομο στην αναζήτηση του τέλειου ως παράγοντα αύξησης της αυτοεκτίμησης και αποφυγής λαθών.

Όταν η θετική ανατροφοδότηση και η αυτοαξιολόγηση του εαυτού συνδέεται με την επιτυχία αόριστων και υπέρμετρα υψηλών επιδιώξεων, μπορεί να προκαλέσει ένα φαύλο κύκλο αναξιότητας και χαμηλής αυτοπεποίθησης στα παιδιά.

Τρόποι θετικής ενίσχυσης

· Οι γονείς χρειάζεται να καλλιεργήσουν στα παιδιά το αίσθημα της επάρκειας. Να γίνει κατανοητό δηλαδή ότι η ατομικότητα και η διαφορετικότητα του κάθε ανθρώπου είναι σημαντική και αποτελεί υγιές στοιχείο στη σχέση με τον εαυτό και δε θα πρέπει να γίνεται μέτρο σύγκρισης με άλλα μέλη της οικογένειας ή παιδιών γενικά.

· Να θέτουν ρεαλιστικούς στόχους. Οι υψηλές και ανέφικτες προσδοκίες των γονέων προς τα παιδιά, ενισχύουν αρνητικά τα επίπεδα άγχους και την αυτοπεποίθησή τους.

· Αποφυγή υπερβολικών επαίνων. Είναι σημαντικό το παιδί να ανατροφοδοτείτε θετικά όταν καταφέρνει κάτι, ωστόσο ο έπαινος χρειάζεται να δίνεται συγκεκριμένα και να είναι ρεαλιστικός, καθώς όταν γίνεται σε υπερθετικό βαθμό μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα.

· Τα παιδιά από μικρή ηλικία μπορούν να καταλάβουν και να αφομοιώσουν έννοιες και χρειάζεται να νιώσουν εμπιστοσύνη και στήριξη για τον τρόπο που προσπαθούν να επικοινωνήσουν τις ανάγκες τους.

· Να εξηγούνται στα παιδιά οι λόγοι για μια απόφαση και να μην υπάρχουν αόριστες απαντήσεις, έτσι ώστε να νιώθουν και εκείνα ενεργοί συμμετέχοντες.

· Να εκφράζονται τα συναισθήματα και να γίνονται κατανοητά είτε συνδέονται με θετικές είτε με αρνητικές καταστάσεις.

Η έννοια της αυτοεκτίμησης σχετίζεται σε ένα βαθμό με τη γενικότερη ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων. Κατά τον Emler (2001) η αυξημένη αυτοεκτίμηση είναι θετικός προγνωστικός δείκτης στην εμφάνιση μεταγενέστερών συμπεριφορών στην εφηβική ηλικία σχετιζόμενων με παραβατικές και επιθετικές συμπεριφορές.

Η φροντίδα μιας υγιούς και θετικής αυτοεικόνας των παιδιών μπορεί να ενισχυθεί και να καλλιεργηθεί εντός οικογενειακού πλαισίου και ο γονε"ι"κός ρόλος σε αυτό είναι σημαντικός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ευαγγελίδη, Θ. (2022). Ποιος έχει άγχος για τα μαθηματικά.
Κομματά-Συρμώ, Μ. Ε. (2022). Εκφοβισμός/Θυματοποίηση και Αυτοεκτίμηση.

Κούρτη, Π., & Μαλαματένια, Μ. (2019). Χαρισματικά παιδιά: Αυτοεκτίμηση και σχολική υποεπίδοση. Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης, 9, 316-323.

Παπάνης, Ε. Η (2011). Αυτοεκτίμηση.

ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bénabou, R., & Tirole, J. (2005). Self-confidence and personal motivation. Psychology, Rationality and Economic Behaviour: Challenging Standard Assumptions, 19-57.

Casale, S. (2020). Gender Differences in Self‐esteem and Self‐confidence. The Wiley Encyclopedia of Personality and Individual Differences: Personality Processes and Individual Differences, 185-189.

Fennell, M. (2016). Overcoming low self-esteem: A self-help guide using cognitive behavioural techniques. Hachette UK.

Fennell, M. J. (2005). Low self-esteem. Encyclopedia of cognitive behavior therapy, 236-240.

Hilbert, S., Goerigk, S., Padberg, F., Nadjiri, A., Übleis, A., Jobst, A., ... & Sarubin, N. (2019). The role of self-esteem in depression: A longitudinal study. Behavioural and Cognitive Psychotherapy, 47(2), 244-250.

Galanakis, M. J., Palaiologou, A., Patsi, G., Velegraki, I. M., & Darviri, C. (2016). A literature review on the connection between stress and self-esteem. Psychology, 7(5), 687-694.

Galanou, C., Galanakis, M., Alexopoulos, E., & Darviri, C. (2014). Rosenberg self-esteem scale Greek validation on student sample. Psychology, 5(08), 819.

McKay, M., & Fanning, P. (2016). Self-esteem: A proven program of cognitive techniques for assessing, improving, and maintaining your self-esteem. New Harbinger Publications.

Manhas, C. (2014). Self-esteem and quality of life of people living with HIV/AIDS. Journal of Health Psychology, 19(11), 1471-1479.

Nazik, H., Nazik, S., & Gul, F. C. (2017). Body image, self-esteem, and quality of life in patients with psoriasis. Indian Dermatology Online Journal, 8(5), 343.

Oney, E., & Oksuzoglu-Guven, G. (2015). Confidence: A critical review of the literature and an alternative perspective for general and specific self-confidence. Psychological reports, 116(1), 149-163.

Orth, U., & Robins, R. W. (2022). Is high self-esteem beneficial? Revisiting a classic question. American Psychologist, 77(1), 5.

Orth, U., & Robins, R. W. (2014). The development of self-esteem. Current directions in psychological science, 23(5), 381-387.

Zeigler-Hill, V. (Ed.). (2013). Self-esteem (Vol. 1). Psychology Press.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κος Νίκος Θελουρας, ψυχολόγος/συνεργάτης του "Εργομιλω".
Ενημερωτικά Άρθρα

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ

Περίληψη

Η Εφηβεία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά στάδια της ζωής του ατόμου, αλλά και την πιο κρίσιμη περίοδο, καθώς κατά τη διάρκεια αυτής λαμβάνει χώρα ένα σύνολο μεταβολών και συναισθηματικών διακυμάνσεων. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι εκείνοι οι έφηβοι που εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες, αφού είναι πιθανό να διαταράξουν τις ισορροπίες τους με αντίκτυπο στην καθημερινή τους ζωή και δραστηριότητα συμπεριλαμβανόμενης και της σχολικής ζωής. Έτσι, οι δυσκολίες αυτές ενδέχεται να διαδραματίσουν αξιοσημείωτο ρόλο τόσο στην σχολική τους επίδοση, όσο και στα συναισθήματα που σχετίζονται με το σχολικό πλαίσιο, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον μαθητή που βιώνει αυτή τη συνθήκη.

Λέξεις-Κλειδιά

Μαθησιακές Δυσκολίες, Σχολικά Συναισθήματα, Σχολική Επίδοση, Εφηβεία Εφηβεία

Η εφηβεία συνιστά την περίοδο της ζωής που εκτείνεται μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης. Ξεκινά με την εμφάνιση της ήβης και ολοκληρώνεται με την πλήρη σωματική και ψυχολογική ωρίμανση του ατόμου, κατά την οποία παρατηρείται η ανάπτυξη δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και η ολοκληρωτική διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Περιλαμβάνει, επίσης, στοιχεία βιολογικής ανάπτυξης καθώς και σημαντικές μεταβάσεις κοινωνικών ρόλων, καταστάσεις που έχουν αλλάξει ήδη από τον περασμένο αιώνα. (Lanford & Banati, 2018). Η πρώιμη εφηβεία έχει επιταχύνει την έναρξη της εφηβείας σε όλους σχεδόν τους πληθυσμούς, ενώ η κατανόηση της συνεχιζόμενης ανάπτυξης έχει ανεβάσει την ηλικία του καταληκτικού σημείου στη δεκαετία του ‘20. Η περίοδος της εφηβείας συνιστά και μία σημαντική στιγμή για να τεθούν τα θεμέλια καλής υγείας (Martin-Rodriguez et al., 2022).

Ωστόσο, συνιστά και μία περίοδο κρίσης, δηλαδή αναστάτωσης και αποδιοργάνωσης του ατόμου, ενώ πολλές φορές οι περιγραφές των συμπτωμάτων της εφηβείας ταυτίζονται με εκείνα ενός καταθλιπτικού επεισοδίου, καθώς ο έφηβος εμφανίζει αρκετά προβλήματα ψυχικής υγείας και κατακλύζεται κατά κύριο λόγο από αρνητικά συναισθήματα. Αν και οι νέοι προσπαθούν να αποκοπούν από τους γονείς, χωρίς να έχουν βέβαια ξεκάθαρη εικόνα για το ρόλο τους στην κοινωνία, κρίνονται εξαιρετικά σημαντικές οι σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους (πχ συνομήλικους, εκπαιδευτικούς) για ην υποστήριξη και καθοδήγησή τους (Berns, 2013).

Αναμφισβήτητα, η μεταβατική περίοδος από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση καταλαμβάνει πλέον ένα μεγαλύτερο μέρος της πορείας της ζωής από ποτέ άλλοτε (Sawyer et al., 2018). Βάσει ερευνών που αφορούν την ηλικία έναρξης της εφηβείας, διαπιστώνεται πως η ήβη εμφανίζεται πλέον, όλο και νωρίτερα, ενώ οι έφηβοι φάνηκε να ωριμάζουν σε μικρότερη ηλικία, με αποτέλεσμα να θεωρείται για κάποιους ως ηλικία έναρξης του σταδίου της εφηβείας το 9ο ή 10ο έτος της ηλικίας το οποίο και συνεχίζεται πολύ αργότερα από το 21ο έτος (Coleman, 2011).

Μαθησιακές Δυσκολίες

Οι Μαθησιακές Δυσκολίες (Learning Difficulties) είναι ένας γενικός όρος για σχολικά προβλήματα διαφορετικής προέλευσης. Περιλαμβάνει γενικά μαθησιακά ελλείμματα και χαμηλές σχολικές επιδόσεις (πχ στο πλαίσιο δυσκολιών που σχετίζονται με συγκεκριμένους τομείς, όπως ανάγνωση, ορθογραφία ή αριθμητική). Κατά συνέπεια, υπάρχουν ποικίλες έννοιες που προσπαθούν να διαφοροποιήσουν τις δυσκολίες μεταξύ γενικών και ειδικών μορφών ή να επισημάνουν τη σταθερότητα του μαθησιακού προβλήματος. Ο όρος «μαθησιακή δυσκολία» συνήθως υπογραμμίζει γενικές και μακροχρόνιες δυσκολίες που συχνά συνδέονται με τον τομέα της ειδικής αγωγής. Ο όρος «Μαθησιακή διαταραχή» χαρακτηρίζει τα μαθησιακά προβλήματα σε ένα συγκεκριμένο πεδίο που έρχονται σε αντίθεση με τη γενική ικανότητα του ατόμου (Lenhard & Lenhard, 2013). Οι Μαθησιακές Δυσκολίες δύνανται να συμβάλλουν σημαντικά στη σχολική μάθηση και τα κίνητρα των μαθητών (Willcutt et al., 2013), ενώ παράλληλα είναι πιθανόν να αυξήσουν τον κίνδυνο προβλημάτων ψυχικής υγείας και εγκατάλειψης του σχολείου (Hakkarainen et al., 2015). Η ανάγνωση και τα Μαθηματικά είναι οι δύο πιο κεντρικές σχολικές δεξιότητες στο Δημοτικό σχολείο (Opetushallitus, 2016). Άριστη ανάγνωση και μαθηματικές δεξιότητες είναι απαραίτητα όχι μόνο για την ολοκλήρωση του Δημοτικού σχολείου, αλλά και για πρόοδο μέσω της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και για αντιμετώπιση καθημερινών θεμάτων. Οι Μαθησιακές Δυσκολίες στην ανάγνωση και τα Μαθηματικά συνήθως ανιχνεύονται κατά τα πρώτα σχολικά χρόνια και έχει αποδειχθεί ότι επιμένουν (Eklund et al., 2015), αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να εμφανιστούν τόσο αργά όσο και στην εφηβεία (Torppa et al., 2015).

Αν και τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μαθησιακές δυσκολίες προδιαθέτουν τους μαθητές σε σχολικές αποτυχίες (πχ Hakkarainen et al., 2015), λιγότερη προσοχή έχει δοθεί στον πιθανό ρόλο των συναισθημάτων στην σχολική αποτυχία μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες.

Πιο συγκεκριμένα, μόνο λίγα είναι γνωστά για τον ρόλο των μαθησιακών δυσκολιών στα σχολικά συναισθήματα που σχετίζονται με την ανάγνωση και τα μαθηματικά.

Μαθησιακές Δυσκολίες και Σχολική Επίδοση

Η σχολική επίδοση σχετίζεται με ένα αποτέλεσμα σε καθορισμένα κριτήρια, όπως είναι οι στόχοι διδασκαλίας (Καψάλης, 2006). Πρόκειται, βέβαια, για μια πολυσύνθετη έννοια (Walberg & Tsai, 1983) και ορίζεται ως η αξιολόγηση της απόδοσης ενός μαθητή σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, δέχεται επιρροή από πολλούς παράγοντες οι οποίοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική πράξη καθώς και στη γενικότερη διάπλαση της προσωπικότητας του ατόμου (Τσικούδη, 2007). Η Τζάνη (1988) αναφέρει πως η σχολική επίδοση αναφέρεται και στο σύνολο των προσπαθειών που καταβάλλει ένας μαθητής για να προσαρμοστεί εντός των πλαισίων του σχολείου αλλά και στην γενικότερη απόδοσή του στα επιμέρους μαθήματα (Τσιγκουνάκη, 2013).

Η σχολική επίδοση στο Γυμνάσιο είναι ζωτικής σημασίας, καθώς κατευθύνει τα μελλοντικά εκπαιδευτικά μονοπάτια των εφήβων. Οι μαθησιακές δυσκολίες, ωστόσο, είναι γνωστό πως διακυβεύουν τη μάθηση των μαθητών σημαντικά κατά τη διάρκεια των σχολικών ετών (Anderson, 2010). Παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες θεωρείται πως εμφανίζουν προβλήματα στον σχολικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων ανάγνωσης-γραφής και μαθηματικών (Walker & Nabuzota, 2007).

Στον τομέα της γραφής και της ανάγνωσης, οι αναγνωστικές δυσκολίες ανιχνεύονται συνήθως τα πρώτα σχολικά χρόνια και θεωρούνται επίμονες (Eklund et al., 2015). Ομοίως, το ίδιο συμβαίνει και με μαθητές με δυσκολίες στα Μαθηματικά, οι οποίοι παρουσιάζουν χαμηλότερες επιδόσεις στα Μαθηματικά στις μεγαλύτερες τάξεις σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους (Mazzocco et al., 2013). Επίσης, προηγούμενες έρευνες έδειξαν πως μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν χαμηλότερη σχολική επίδοση όχι μόνο στον τομέα που δυσκολεύονται, αλλά γενικότερα (Willcutt et al., 2013).

Η συνολική σχολική επίδοση στο Γυμνάσιο είναι μεγάλης σημασίας κυρίως στην εκπαιδευτική πορεία των μαθητών, επιδρώντας στη μελλοντική τους σταδιοδρομία (Haikkarainen et al., 2015). Οι χαμηλές σχολικές επιδόσεις των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες μειώνουν τις δυνατότητές τους, καθώς η εκπαίδευση βασίζεται και σε προηγούμενα σχολικά επιτεύγματα (Sainio et al., 2021). Έχει αποδειχθεί, μάλιστα, πως μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες επιλέγουν πιο συχνά την επαγγελματική εκπαίδευση παρά τη γενική (Savolainen et al, 2008)· αυτό μπορεί να επηρεάσει και τις επαγγελματικές τους επιλογές στο μέλλον. Έτσι, είναι απαραίτητο να προσφέρουμε επαρκή εκπαιδευτική υποστήριξη για τη μάθηση των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος να εγκαταλείψουν το σχολείο και να διευρυνθούν οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές των μαθητών αυτών. Εκτός από αυτό, ωστόσο, θα πρέπει να δοθεί προσοχή και στα σχολικά συναισθήματα των μαθητών τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιαστικά και τα μαθησιακά αποτελέσματα (Pekrun et al., 2011).

Μαθησιακές Δυσκολίες και Σχολικά Συναισθήματα

Τα συναισθήματα ορίζονται ως συναισθηματικές εκτιμήσεις που προκύπτουν σε διαφορετικές περιπτώσεις καταστάσεων και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην τροποποίηση της συμπεριφοράς του ατόμου. Αυτά συντίθενται από αμοιβαίες διαδικασίες κινήτρων, γνωστικών και συναισθηματικών, και μπορεί να παρατηρούνται αλλαγές και στις εκφράσεις του προσώπου (Scherer, 2009).

Τα σχολικά συναισθήματα είναι συναισθήματα που εμφανίζονται σε μαθησιακές δραστηριότητες και σχετίζονται στενά με τα μαθησιακά αποτελέσματα (Pekrun et al., 2011· Petra et al., 2019). Στην θεωρία ελέγχου-αξίας των συναισθημάτων επίτευξης, ο Pekrun (2017) αναφέρει ότι οι μαθητές βιώνουν ποικιλία συναισθημάτων (πχ ελπίδα, θυμός, άγχος, ντροπή) σε καταστάσεις μάθησης και επίδοσης. Αυτά είναι ορατά όταν τα παιδιά γράφουν τεστ, παρακολουθούν μαθήματα ή διαβάζουν στο σπίτι. Τα σχολικά συναισθήματα μπορούν να διακριθούν σε πιθανά, αναδρομικά και σχετιζόμενα με τη δραστηριότητα. Τα πιθανά συναισθήματα (πχ άγχος) σχετίζονται στενά με την αναμενόμενη επιτυχία ή αποτυχία, ενώ τα αναδρομικά (πχ υπερηφάνεια) προκύπτουν κατά την αξιολόγηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων και αφορούν στην ερμηνεία για το αν η αποτυχία ή η επιτυχία προκαλείται από τον εαυτό τους ή τους άλλους (Pekrun et al., 2017). Συναισθήματα δραστηριότητας (πχ πλήξη), από την άλλη, θεωρούνται τα συναισθήματα τα οποία οι μαθητές βιώνουν σε καταστάσεις μάθησης ή επίτευξης οι οποίες ενδέχεται να προωθήσουν ή να εμποδίσουν τη μάθηση (Buff, 2014).

Παράλληλα, τα σχολικά συναισθήματα θα μπορούσαν να οριστούν από το σθένος τους (πχ θετικό ή αρνητικό) ή λαμβάνοντας υπόψη τις επιδράσεις τους στο να γίνει ένα άτομο ενεργό ή παθητικό. Μπορεί να προκύψουν σε ορισμένες καταστάσεις, όπως είναι το άγχος εξετάσεων ή να αφορούν σε συγκεκριμένα σχολικά μαθήματα (πχ άγχος για τα Μαθηματικά) (Suarez-Pellicioni et al., 2016).

Ο Pekrun (2006) υποστηρίζει ότι οι πεποιθήσεις ελέγχου και αξίας των ατόμων είναι θεμελιώδη για τη μάθηση των μαθητών και την επίδοσή τους στο σχολείο, καθώς τα θετικά συναισθήματα (πχ ελπίδα) επηρεάζουν θετικά τους μαθητές, προωθώντας αποτελεσματικές στρατηγικές μάθησης, ωφελώντας την αυτορρύθμιση και τα κίνητρα, ακόμα και οδηγώντας σε ανώτερα μαθησιακά αποτελέσματα (Ahmed et al., 2013). Τα αρνητικά συναισθήματα, από την άλλη, (πχ άγχος), με τη σειρά τους, προκαλούν αρνητικές επιδράσεις, όπως χαμηλότερα κίνητρα και ως εκ τούτου χαμηλότερα μαθησιακά αποτελέσματα (Suarez-Pellicioni et al., 2016). Μάλιστα, από προηγούμενες έρευνες φάνηκε πως μαθητές μικρότερων ηλικιών εμφανίζουν θετικά συναισθήματα σε σχέση με μαθητές μεγαλύτερων ηλικιών, οι οποίοι βιώνουν αρνητικά συναισθήματα, όπως άγχος ή και βαρεμάρα (Sianio et al., 2021).

Οι μαθησιακές δυσκολίες έχει βρεθεί ότι εμφανίζονται για διάφορους λόγους στο 12-30% των μαθητών (Westwood, 2004). Μπορεί, ακόμη, να εκδηλωθούν ως ειδικές μαθησιακές διαταραχές, όπως η δυσλεξία και η δυσαριθμησία (Landerl et al., 2009), που εμποδίζουν την ικανότητα εκμάθησης ορισμένων σχολικών δεξιοτήτων. Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (5th Edition• APA, 2013), ο επιπολασμός συγκεκριμένων μαθησιακών διαταραχών (πχ δυσκολίες στην ανάγνωση, τη γραφή, τα μαθηματικά) ποικίλουν μεταξύ του 5 και 15% του μαθητικού πληθυσμού. Η αιτιολογία των αναπτυξιακών διαταραχών είναι πολυπαραγοντική και η φύση οποιασδήποτε διαταραχής είναι συνεχής και ποσοτική και όχι διακριτή και ποιοτική.

Οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα με τις σχολικές εργασίες (Hakkarainen et al., 2015), γεγονός που έχει μεγάλη πιθανότητα να αυξήσει την ευπάθεια των παιδιών να αισθάνονται περισσότερα αρνητικά και λιγότερα θετικά συναισθήματα που σχετίζονται με τα σχολικά ζητήματα. Σύμφωνα με τη θεωρία ελέγχου-αξίας των συναισθημάτων επιτυχίας (Pekrun, 2006), ο αυτό-βιωμένος έλεγχος των μαθητών σε καταστάσεις επιτυχίας και η υποκειμενική αξία που αποδίδουν οι ίδιοι στο επίτευγμα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα σχολικά συναισθήματα.

Τα τελευταία, όπως παρατηρήθηκε και προηγουμένως, φάνηκε να συνδέονται ισχυρά με τα κίνητρα και τους γνωστικούς πόρους των μαθητών. Οι Μαθησιακές Δυσκολίες, με τη σειρά τους, προδιαθέτουν τους μαθητές σε επαναλαμβανόμενες αποτυχίες, συνθήκη που επηρεάζει αρνητικά την αυτοεκτίμηση των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες (Kiunu et al.,2011). Έτσι, είναι εύκολα αντιληπτό πως οι μαθησιακές δυσκολίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε περισσότερο αρνητικά, παρά θετικά σχολικά συναισθήματα, μια συνθήκη που ίσως και να επιφέρει ακόμη και την απομάκρυνση του παιδιού από τα μαθησιακά καθήκοντα, αυξάνοντας, επιπλέον, αρκετά συμπεριφορές αποφυγής συμμετοχής και ολοκλήρωσης εργασιών (Sainio et al., 2021).

Συμπέρασμα

Διαπιστώνεται, επομένως, πως οι Μαθησιακές Δυσκολίες σχετίζονται όχι μόνο με τα χαμηλότερα σχολικά επιτεύγματα γενικά (Willcutt, et al., 2013), αλλά και συγκεκριμένα στον τομέα που ο μαθητής εμφανίζει δυσκολία (πχ Μαθηματικά) (Mazzocco et al., 2013). Η θεωρία ελέγχου-αξίας δηλώνει ότι τα συναισθήματα που σχετίζονται με τη μάθηση παίζουν σημαντικό ρόλο στη σχολική επίδοση των μαθητών (Pekrun, 2006). Τα θετικά ενεργοποιητικά συναισθήματα, όπως η ελπίδα και η απόλαυση, μπορούν να έχουν θετικό αντίκτυπο στη μάθηση, για παράδειγμα μέσω αυξημένων κινήτρων και οφελών για στρατηγικές αυτορρύθμισης και μάθησης (Greulich et al., 2015). Μάλιστα, σύμφωνα με τους Ahmed και τους συνεργάτες του (2013), η αυξημένη χαρά για τη μάθηση συνδέεται με υψηλότερες επιδόσεις στα μαθηματικά. Υψηλά επίπεδα χαράς και ελπίδας αναφορικά με τη μάθηση έχουν επίσης βρεθεί ότι σχετίζονται με ανώτερα σχολικά επίπεδα επίδοσης και δοκιμασίας-απόδοσης μεταξύ των νέων ενηλίκων (Pekrun, et al., 2011).

Αντίθετα, αρνητικά σχολικά συναισθήματα (πχ άγχος) μπορούν να επηρεάσουν τη μάθηση μέσω διαφορετικών μηχανισμών συμπεριφοράς, όπως με την απενεργοποίηση της δράσης, από αυξανόμενη ανησυχία (που μειώνει τους πόρους από το καθήκον), και μέσω μιας αυξημένης τάσης προς αποφυγή κατάστασης επιτεύγματος που θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητικά συναισθήματα (Pekrun et al., 2011). Το άγχος, που έχει μελετηθεί αρκετά, συνήθως σχετίζεται με φτωχά μαθησιακά αποτελέσματα (Suárez Pellicioni et al., 2016). Επίσης, τα σχολικά συναισθήματα συνδέονται στενά με τους κινητήριους και γνωστικούς πόρους των μαθητών. Ως εκ τούτου είναι πιθανόν οι μαθησιακές δυσκολίες να έχουν επιζήμια επιρροή στη μετέπειτα σχολική απόδοση εξαιτίας των δυσπροσαρμοστικών σχολικών συναισθημάτων (Trigwell et al., 2012). Για παράδειγμα, αυξημένα αρνητικά σχολικά συναισθήματα τείνουν να σχετίζονται με χαμηλό αντιληπτό έλεγχο των σχολικών εργασιών, καθώς και με χαμηλή κατανόηση της σημασίας της μάθησης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή εργασιών, παρεμποδίζοντας την πρόοδο στις σχολικές δεξιότητες (Pekrun et al., 2011).

Το άρθρο επιμελήθηκε η Κα Αριστέα-Ελένη Γκοτσοπούλου, Φιλόλογος, MSc Σχολική Ψυχολογία, κατεύθυνση «Εφαρμογές της Ψυχολογίας στη Σχολική Κοινότητα», ΕΚΠΑ ,MSc Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, ΠΑ.Δ.Α, συνεργάτιδα του "Εργομιλώ".
Τιμητικές Διακρίσεις

Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά απονεμήθηκε στην Εργομιλώ Ο.Ε. η τιμητική διάκριση "ΑΕΤΟΙ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ".